Tuesday , November 21 2017
enel
A huge collection of 3400+ free website templates JAR theme com WP themes and more at the biggest community-driven free web design site
Give your website a premium touchup with these free WordPress themes using responsive design, seo friendly designs www.bigtheme.net/wordpress
Home / Δίαλεκτος

Δίαλεκτος

[toggles]

Α

Α

  • αγαντέρνω = αντέχω
  • αγιαράτιστος = άχρηστος
  • αηλιά = αγελάδα
  • αλαπού = αλεπού
  • αλάργιου = μακριά
  • αλάρμη = αλμύρα
  • αλαφάντης = καμινάδα
  • άλλοτας = αρσενική συκιά
  • αλτά  = φορεσιά
  • αμουάς = κοτέτσι
  • αμπρόκκα = μεγάλο καρφί
  • αναρά = ξωτικό
  • ανωργιά = σύνορα
  • αξάς = ξάδελφος
  • αππί = αχλάδι
  • αρμαστός = αρραβωνιστικός
  • αρσίζης = πειραχτήρι
  • άρτω = θα έρθω
  • αττός = ανθός
  • άτσα = πτέρνα
  • ατσί = νυφίτσα
  • αφκό = αυγό
  • αφφάλι = ομφαλός
  • αχιονιός = αχινός
  • αχταρμάς = μπερδεμένα
  • άχτι = εκδίκηση
[/raw]

Β

Β

  • βα = εδώ
  • βαζάνα = μελιτζάνα
  • βαϊλίζω = ασχολούμαι
  • βαργιό = βαρύ
  • βάσσω = φωνάζω
  • βαστώ = κρατάω
  • βερέμι = άρρωστος
  • βιτούρα = αμάξι
  • βόι = βόδι
  • βολά = φορά
  • βονί = γωνιά ψωμιού
  • βοντάγρα = τανάλια
  • βόντι = δόντι
  • βόττα = βόλτα
  • βουλτώ = βουλιάζω
  • βουρακώ = κάνω θόρυβο
  • βουρβούθα = στόμα
  • βούρια = σακίδιο πλάτης
  • βούρνα = στέρνα βρύσης
  • βουστέρνα = χαβούζα
  • βρούλτος  = χαζός
[/raw]

Γ

Γ

  • γαβλί = μικρά ξυλάκια
  • γαμάλι = μοσχάρι
  • γαμμένο = αναμμένο
  • γανίτης = πήλινο πιθάρι
  • γάρος = γαϊδούρι
  • γάφτω = ανάβω
  • γε πιο = δες πια
  • γένω = δένω
  • γέρνω = δέρνω
  • γιαπράκια = ντολμαδάκια
  • γιαράς = πληγή
  • γιαρατίζω = είμαι χρήσιμος
  • γιαττάκι = κρεβάτι
  • γιμέλτικα = δίδυμα
  • γιψώ = διψώ
  • γκιλτωμένος = πειραγμένος
  • γκιλντώνω = ενοχλώ, πειράζω
  • γκολιό = κυνηγητό
  • γροικώ = ακούω
  • γρούλτα = γουρούνα
  • γώμα = σκεπή
[/raw]

Δ

Δ

  • δαγκλουκά = κουνιέται
  • διάλα = χτένα
  • διαφαλτάσσω = μετακινούμαι συνεχώς
  • δοντάγρα = τανάλια
  • δωνά = εδώ
[/raw]

Ε

Ε

  • εγροίλτωσε = ανοιχτομάτιασε
  • εθάργιου = νόμιζα
  • εκατσίρδησεντη = γλίτωσε
  • εκοήτησε = έβγαλε δυνατό ήχο
  • ελάμπασα = τρόμαξα
  • ελιπέττι = τελικά
  • έμουσεν τα = τα ανακάτεψε
  • εμπασιά = πέρασμα
  • εντεροκόπησα = ξαφνιάστηκα
  • εξιόλα = έδιωχνε
  • επόκαμα = εξαντλήθηκα
  • επόλαρε = σχόλασε
  • εποτσίγκρωσε = δυσανασχέτησε
  • έππεισε = γκάστρωσε
  • ερεκτιάστηκε = λαχτάρησε
  • εσυφτάστηκα = πρόλαβα
[/raw]

Ζ

Ζ

  • ζα = ζώα
  • ζαμάνι = εποχή
  • ζαρώ = ενοχλώ
  • ζάφτι = εξουσία
  • ζιζιρώ = κόβω κάτι με μαχαίρι
  • ζιντάνι = σκοτάδι
  • ζουλάππι = πολύ ώριμο
  • ζουλώ = πιέζω
  • ζουππίδι = βρεγμένο
  • ζούππος = ώριμος
[/raw]

Η

Η

  • ήβρα = βρήκα
[/raw]

Θ

Θ

  • θάρρητα = οικειότητα
  • θαρρώπω = νομίζω
  • θέκω = πλαγιάζω
[/raw]

Ι

Ι


Κ

Κ

  • κακόβολα = δύσκολα
  • κακομάζαλος = κακομοίρης
  • κακομούτσουνος = άσχημος
  • καλάουροι = σαλιγκάρια
  • καλαφουνός = φωτιά
  • καλντικεύγιω = καβαλάω
  • καμίτσης = στραβός
  • καμουζέλα = μασκαρεμένος
  • καμόχειλος = καημένος
  • καμώνομαι = παριστάνω
  • καννεύγιω = πετυχαίνω
  • κάννουλτα = βρύση
  • κανοτιέρα = φανελάκι
  • καντούνι = στενό δρομάκι
  • καπράτσι = δοχείο νερού
  • καρναβίτσι = κουνουπίδι
  • καρσουλντώνω = σκαρφαλώνω
  • κάσση = βρωμιά
  • κατένω = κατεβαίνω
  • κάττης = γάτος
  • καυκάλτας = κεφάλας
  • καφάμπρικο = δοχείο
  • κάψα = ζέστη
  • κιά = εκεί
  • κέλα = κεφάλι
  • κερέπας = χαμένος
  • κλάι = κλαδί
  • κλωστομιάρης = αδύναμος
  • κναστό = ώριμο
  • κορτάλιασμα = κρύωμα
  • κούκιουλα = αφού
  • κουλαντρίζω = ελέγχω
  • κουλούκκι = μικρός
  • κούλουμπας = λακούβα με νερό
  • κουμπάνια = περιουσία
  • κουμπίζω = ακουμπώ
  • κουνάρα = χτύπος
  • κούννα = κουκούτσι
  • κουντρεστέρνω = εναντιώνομαι
  • κουριέρα = λεωφορείο
  • κουρκούταυλος = μεγάλη σαύρα
  • κουρουμπέλντες = λόγια του αέρα
  • κουρούμπλα = λάχανο
  • κουρούνα = καρακάξα
  • κουστρεντέρνω = νευριάζω
  • κουτέλντα = μέτωπο
  • κουτλίζω = ψιλοκοιμάμαι
  • κουτουλώ = τρακάρω
  • κουτουρού = στην τύχη
  • κόφτω = τρέχω
  • κοψιό = τρεχάλα
  • κρυάβα =κρύο
  • κυβεζές = δοχείο
[/accordion_pane]

Λ

Λ

  • λάι = λάδι
  • λαμένω = περιμένω
  • λαφάσσω = λαχανιάζω
  • λιμάγρα = μεγάλη πείνα
  • λολτός = τρελός
  • λόπια = φασόλια
  • λόπως = θαρρώ
  • λούμπουας = μυρμήγκι
  • λτιάκι = λίγο
[/raw]

Μ

Μ

  • μαλικώ = χαϊδεύω
  • μαγιασίλι = φλυαρία
  • μάιβγιω = μαζεύω
  • μαϊμούνι = πιθηκάκι
  • μαλτόκουρο = καυγάς
  • μαμαλίζω = μουσουλάω
  • μάνι μάνι = γρήγορα
  • μαξούλτι = μωρό
  • μαρουλντώνω = ζαρώνω
  • μασάλι = ντροπή
  • ματτάκι = τσιμπούρι
  • μαχιά = τσιμπίδα τζακιού
  • μάχιαλτα = μπράβο
  • μιε φτουνού = ούτε αυτού
  • μολολάϊζω = συγκεντρώνω
  • μονιάζω = ενώνω
  • μορκιά = όμορφα
  • μοσκλιά = μουσμουλιά
  • μοσκοκαρφιά = γαρυφαλιά
  • μουνουχίζω = σφάζω
  • μουτσούνα = αποκριάτικη μάσκα
  • μπανίνο = σάντουιτς
  • μπαούρι = παγούρι
  • μπιδώνι = δοχείο
  • μπογιατίζω = βάφω
  • μπουκκούνα = μπουκιά
  • μπουκκώνω = ταΐζω
  • μπροκάμνω = προλαβαίνω
  • μπρουμουτίστηκε = έπεσε με τη μούρη
  • μπρουτσουνάρι = προεξοχή
[/raw]

Ν

Ν

  • νεκατώνω = ανακατεύω
  • νεμεθέρνω = ψάχνω
  • νεπουγκώθου = ανασκουμπώσου
  • νεφέρνω = αναφέρω
  • νίβγιουμαι = πλύνομαι
  • νούρος = ουρά
  • ντικοττώ = προσκρούω
  • ντουγρού = ευθεία
[/raw]

Ξ

Ξ


Ο

Ο

  • ούκιου = επιφώνημα για γουρούνια
  • όχεντρα  = οχιά
[/raw]

Π

Π

  • παλταρός = παλαβός
  • παμπούλτα = καρούμπαλο
  • παμπούλες= ποπ κορν
  • πανάηρι = πανηγύρι
  • παράλταμα = αγνώριστος
  • παραμονεύγιω = παραφυλάω
  • πάρλα = κουβέντα
  • πασκίζω = κοπιάζω
  • παστριεύγιω = καθαρίζω
  • πατήχα = καρπούζι
  • πατσαούρα = κουρέλι
  • πγόϊτα = πουθενά
  • πεζεβέγκης = πονηρός
  • πέμπω = στέλνω
  • περιδρομιάζω = τρώω λαίμαργα
  • περιπαίζω = κοροϊδεύω
  • πετσοκίλα = κουκουνάρα
  • πιζίνα = βενζίνη
  • πιλόθω = σπρώχνω
  • πιργιά = ζεστασιά απ τη φωτιά
  • πιτικώ = ρίχνω υγρό
  • πλακόνα = σφαλιάρα
  • πλιγκάκι = σακουλάκι
  • πλύτρης = νεροχύτης
  • πομαϊψάρια = απομεινάρια
  • πορπατώ = περπατάω
  • ποσόνω = φτάνω
  • ποσπερίζω = περνώ το βράδυ μου
  • ποταυρίζομαι = χασμουριέμαι
  • πούγκα= τσέπη
  • πούλα = κότα
  • πουρτουκέλτα = τούμπα
  • πράττο = πρόβατο
  • προσκέφαλο = μαξιλάρι
[/raw]

Ρ

Ρ

  • ραντουλτώ = ραντίζω
  • ργουάκινο = ροδάκινο
  • ρεμεδιάζομαι = ετοιμάζομαι
  • ρεμπεσκές = αχαΐρευτος
  • ρουμάνι = δάσος
[/raw]

Σ

Σ

  • σαμματάς = φασαρία
  • σαούρι = αμμοχάλικο
  • σαραβανάκκια = κολοκυθάκια
  • σαρτώ = πηδάω
  • σβουντούρατο = πέταξε το
  • σερέττης = πονηρός
  • σεφέρι = είδηση
  • σιάζω = ισιώνω
  • σιαλλάς = σαλιάρης
  • σκάδια = ξερά σύκα
  • σκαμπίλα = σφαλιάρα
  • σκίζα = χαραμάδρα
  • σκουτέλτι = βαθύ πιάτο
  • σουλουντράνα = βρύση
  • σούτσιουρου = ευτυχώς
  • σουφρώνω = κλέβω
  • σταφιές = σταφίδες
  • στελντί = πόδι
  • στράτα = δρόμος
  • στράφτω = λάμπω
  • συγκλέτι = στεναχώρια
  • συνομάϊυγιω = συμμαζεύω
  • σφαρτή = χαζή
  • σφουγγίζω = καθαρίζω
[/raw]

Τ

Τ

  • ταβάς = τηγάνι
  • ταγιαντώ = αντέχω
  • ταμάχι = επιμονή
  • τανώ = αγγίζω
  • τέλλι = σύρμα
  • τζαναβάρι = τεράστιος
  • τουλουμιασμένος = πρησμένος
  • τουράκι = στασίδι
  • τουτγά = αυτό εδώ
  • τρομαλτίζομαι = ανατριχιάζω
  • τρουτσούλτα= κουκούλα
  • τσαλαπουρτώ = σπαρταράω
  • τσάρουκας = λάρυγγας
  • τσιμιά = τζάκι
  • τσίνιμα = τρέξιμο
  • τσιντιρένη = λινάτσα
  • τσίτσος = γυμνός
  • τσολοπατώ = καταστρέφω
  • τσούκα = κατσαρόλα
[/raw]

Υ

Υ


Φ

Φ

  • φαρτακλός = βάτραχος
  • φγιάκλα = μεγάλο φίδι
  • φκάλτω = βγάζω
  • φλέτσες = ξεφλουδίσματα
  • φρούτσα = βούρτσα
  • φτιόρα = άδειο
  • φτομά = εβδομάδα
  • φτιόρνω = χύνω
[/raw]

Χ

Χ

  • χαζίρικο = έτοιμο
  • χαλουβάς = χαλβάς
  • χαρτακίζω = λεώ βλακείες
  • χελουριά = γεμάτι παλάμη
  • χέρισσο = ακαλλιέργητο χωράφι
  • χιλτιόνι = σαύρα
  • χλαπακίζω = τρώω
  • χοιρόμυλντα = χοιρινό λίπος
  • χολοσκώ = στεναχωριέμαι
  • χοχλάκα = μεγάλη πέτρα
  • χρειανέττης = αχρείος
  • χρουσουζαμάς = χρουσούζης
  • χτι = γουδί
  • χτικιάρης = φυματικός
[/raw]

Ψ

Ψ

  • ψαλλιά = ψαλίδα
  • ψες = εχθές
  • ψηφώ = προσέχω
  • ψιακή  = δηλητήριο
  • ψιακώνω = δηλητηριάζω
[/raw]

Ω

Ω


[/toggles]